Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Για τη γιαγιά χαλάλ.

Εδώ και δέκα μέρες, επισκέπτομαι μια συγγένισσά μου στο νοσοκομείο (άθλιο κατά τα άλλα, με εξαίρετους όμως επιστήμονες που κάνουν θαύματα, εις πείσμα των καιρών και των συνθηκών). Κι εκεί, στο θάλαμο με τα 12 κρεβάτια (προσθέστε τους συνοδούς των ασθενών και τους επισκέπτες και τη φτιάξατε την πολιτική συγκέντρωση, μέρες που είναι…), το άπειρο πλήθος και τα απειρότερα μικρόβια, έζησα μοναδικά συγκλονιστικές στιγμές.
Σε διπλανό κρεβάτι λοιπόν, καθιστή και μαζεμένη κουβαράκι, μια γιαγιά, απ’ τις πιο γλυκιές φατσούλες, που μπορείτε να φανταστείτε, απροσδιορίστου ηλικίας, με μαντήλα και δίπλα της μια κυρία, επίσης με μαντήλα. «Τουρκάλες, σκέφτηκα, της Θράκης». Εντάξει μου ξέφυγε, μουσουλμάνες εννοούσα. (Μην ξεχνάμε και το politically correct). Η γιαγιά καταζεματισμένη, σαν μωρό που το έπιασαν να κλέβει το γλυκό, μαζεμένη κουβάρι, περίμενε το γιο και τον εγγονό να την πάρουν να φύγει. Έλα όμως που δεν είχε δώσει εντολές αποθεραπείας ακόμα ο γιατρός. Έρχονται λοιπόν οι προαναφερόμενοι σε κουστωδία κι η γιαγιά μαζεύεται ακόμα πιο πολύ, θαρρούσες και πάλευε να χαθεί στα στρωσίδια. Ο γιατρός: ένα ψηλό παλικάρι, ευσυνείδητο με ευγενική φυσιογνωμία, που φαινόταν από εκείνους τους ανθρώπους που γεννήθηκαν για να υπηρετούν τον άνθρωπο (έναν τέτοιο αποκαλούσε η δική μου η γιαγιά «γιατρουδάαακι μου» τραβώντας λιγωμένη το ααα, εκφράζοντας το θαυμασμό και την αγάπη της), πήρε το αυστηρό του το ύφος, ενώ ολοφάνερα σφιγγόταν να μη γελάσει. «Λοιπόν, γιαγιά, είπαμε, αυστηρή δίαιτα για δύο μήνες. Όχι πικάντικα, όχι λιπαρά, όχι τηγανητά, όχι γλυκά. Εντάξει; Και σε δύο μήνες θα ξανάρθετε να σας δούμε. Εντάξει;» «Πέστα γιατρέ, διέκοψε ανήσυχος ο εγγονός, πέστα. Τρώει κρυφά, δεν ακούει κανέναν»
Τότε ήταν που αναδεύτηκε το κουβαράκι και θαρρετά  ρώτησε με αγωνία: «Και τι θα τρώω; Νηστικιά θα μένω; Θα βγει η ψυχή μου μια ώρα νωρίτερα» (98 χρονών η γιαγιά κι όπως καταλαβαίνετε ξεκαρδίστηκαν οι πάντες στο θάλαμο, κι ο γιατρός μαζί απ’ τα γέλια, λόγω του νωρίτερα).
Εμ δίκιο έχει γιατρουδάακι μου η γιαγιά. Θα τη στείλετε τη μάνα την Τούρκα ή τη μάνα τη Γκρέκα ή όπως αλλιώς θέλετε πέστε την. Μια ώρα αρχύτερα θα τη στείλετε αν δε φάει τα κεμπάπια της, τα βουτυράτα πιλάφια της, τους βαρυσιροπιασμένους μπακλαβάδες, τις ανατολίτικες λιχουδιές της, τα πικάντικα, τα μυρωδάτα. Κι ας πάει στην ευχή η χοληστερίνη και το ζάχαρο. Θύμωσε η γιαγιά, αλλά δεν είπε τίποτε άλλο.
Έκανε να τη βοηθήσει να σηκωθεί ο εγγονός, μα τα κατάφερε μόνη της. Κι ενώ προσπάθησε να την υποβαστάξει εκείνη τον έσπρωξε μαλακά και γύρισε ένα ένα τα κρεβάτια να χαιρετήσει. Εκεί να δείτε σκηνές απείρου κάλλους. Η γιαγιά… «την υεία σας να προσέχετε. Σαν την υεία δεν έχει. Περαστικά. Ο Θεός να σας κάνει καλά και να με θυμάστε κι εμένα.» (κι αλήθεια ποιον θεό εννοούσε η γιαγιά η μουσουλμάνα; μήπως τον έναν, το μοναδικό, αυτόν που νιώθουν πάντα δίπλα τους οι άνθρωποι, στον πόνο, την αγωνία και την αρρώστια, πέρα από θρησκείες, φυλές ή εθνότητες;) Κι όλους να τους αγκαλιάζει, κι όλους να τους εύχεται. Κι όλοι να την αγκαλιάζουν, κι όλοι να της φιλούν βουρκωμένοι τα χέρια και να εύχονται περαστικά.
Ελάτε κύριοι διπλωμάτες και πολιτικοί να δείτε τι σημαίνει αδελφοσύνη των λαών και ελληνοτουρκική φιλία και συνύπαρξη. Και να βράσω (για να μην πω τίποτε χειρότερο) την πολιτική και τη διπλωματία σας. Τις αγωνίες των ανθρώπων νιώστε και θα καταλάβετε, των καθημερινών ανθρώπων, όχι τις δικές σας, τις δήθεν.
Αφού τέλειωσε η γιαγιά κι ευχήθηκε όλους, κοίταξε αυστηρά τη νύφη (δεν αλλάζουν παιδί μου οι πεθερές οι παραδοσιακές, απ’ όπου και να είναι) «το δέμα πού είναι;». Της έδωσε το δέμα η μαντηλοφορεμένη νύφη. «Ιατρέ, τούτο το λαό (ένα θεματάκι με το γ, το είχε η γιαγιά, λαγός ήταν) να τον φάτε στην υεία μου, μαζί με τους άλλους ιατρούς και να πείτε χαλάλ. Ο υιος μου τον έπιασε, είναι κυνηός. Κι αυτό το κρασί να το πιείτε στην υεία μου.» Κι έβγαλε μια νταμιτζάνα πεντάκιλη, βαθυκόκκινο κρασί, αιμάτινο σχεδόν. Ζεματίστηκε το γιατρουδάκι. Κατακοκκίνησε.
Πάρ΄τον Ιατρέ μου (με κεφαλαίο, όχι όπως το γ της γιαγιάς) το λαγό και το κρασί. Και να τον φάτε όλοι οι Ιατροί στην υεία της γιαγιάς της τουρκάλας, της λιχούδας. Και να πείτε χαλάλ. Αυτό φακελάκι δεν είναι. Το ακριβότερο δώρο είναι, γιατί είναι δώρο ψυχής. Και δε μετριέται σε νομίσματα, μόνο σε αισθήματα εκτίμησης και σεβασμού. Γιατί μείνατε πολύ λίγοι οι Ιατροί. Κι είναι πολλοί οι άνθρωποι που αγωνιούν να σας βρουν μπροστά τους και δίπλα τους στην αρρώστια τους, πάρα πολλοί. Και χαλάλι σας ο λαγός. Χίλιες φορές χαλάλι.

3 σχόλια:

  1. @
    ένα ακόμα καλωσόρισμα !
    χαλάλ το blog ! χαλάλ !
    ανθρώπινο
    αληθινό...

    ήθελα κι εγώ να βάλω το ξύλο με τους ρόζους και τα καρφιά στις άκριες...

    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εμ, στην επαρχία (ωπ, ξέχασα: στην περιφέρεια) έχουμε άλλο τρόπο επικοινωνίας και πολύ μου αρέσει να είμαι μια φτωχή επαρχιώτισσα. Αν είχαν ζήσει ποτέ οι πολιτικοί τέτοια σκηνικά θα μπορούσαν να κατανοήσουν πολλά. Αλλά ζουν σε ένα άλλο σύμπαν πίσω από γυαλί.
    ΥΓ. Μια χαρά τα είπε η γιαγιά: νηστική να πάει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή