Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Η γιορτή του ΟΧΙ

28η Οκτωβρίου λέει. Η γιορτή του ΟΧΙ λέει. Του Όχι σε τι; Στις δυνάμεις του Άξονα λέει. Στις δυνάμεις του φασισμού και του ναζισμού λέει. Όχι στη διαπραγμάτευση. Όχι στη… «διαβούλευση». Όχι στην υποταγή στο αναπόφευκτο, στο αναπόδραστο.
Εκείνοι είπαν ΟΧΙ. Δε διαπραγματεύτηκαν, δε «διαβουλεύτηκαν» (άντε να μην πω τίποτε για τη διαβούλευσή σας). «Μα είναι αριθμητικά, στρατιωτικά και οικονομικά ισχυρότεροι» τους είπαν. ΟΧΙ και ΑΕΡΑ φώναξαν. Κι άφησαν τα νιάτα τους στα βουνά της Πίνδου, στα οχυρά του Ρούπελ, στα στενά της Αθήνας και των άλλων πόλεων, στα μπουντρούμια της Γκεστάπο, στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, στο Γράμμο και στο Βίτσι. Τα άφησαν; Όχι δεν τα άφησαν, σαν ξεχασμένες βαλίτσες σε σταθμό. Δεν τα ζύγισαν στην μπαλάτζα των αξιών τους, γιατί θα έβγαιναν βαρύτερα. Τα θυσίασαν. Τα έβαλαν μπροστά τους και τα αρνήθηκαν. Είπαν «δεν τα θέλω, αν είναι προσκυνημένα, δεν τα πονάω αν δεν είναι λέφτερα, δεν τα χαίρομαι στην καταπίεση και στη σκλαβιά». Και τα χάρισαν σε σένα. Για να μπορείς εσύ σήμερα να είσαι ελεύθερος.
Τι να είσαι λέει; Ελεύθερος; Μα αλήθεια το πιστεύεις; Είσαι τόσο τυφλός που δε βλέπεις; Δεν αντιλαμβάνεσαι τις «δυνάμεις του Άξονα»; Εντάξει δε φοράνε σβάστιγγες, ούτε έχουν μικρό μουστάκι στο πανώχειλο. Δε λένε χάϊλ και δεν περπατάνε περίεργα σαν χήνες.
Όμως σου κόβουν το μισθό σου χωρίς να σε ρωτήσουν αν το αντέχεις. Σου λένε πως τα λεφτά που τόσα χρόνια πλήρωνες, δεν τα πλήρωνες στ’ αλήθεια, αλλά τα έτρωγες και μάλιστα παρέα μαζί τους. Σου λένε πως τα άλλα που πλήρωνες για την υγεία και τη σύνταξή σου, με ένα μαγικό τρόπο εξαφανίστηκαν και τώρα δεν υπάρχουν (όχι καλέ, δεν τα έκλεψε κανείς, μην πάει ο νους σου στο κακό, πάλι εσύ φταις, αλλά ακόμα δεν έχεις καταλάβει γιατί!) Σου λένε πως κάποιοι άλλοι ορίζουν την πορεία της χώρας σου και τη μοίρα της κι εσύ νιώθεις ανήμπορος να αντιδράσεις. Σου λένε πως για να βρεις το δίκιο σου πρέπει να διαβουλευτείς, για να γίνει το αναπόφευκτο λιγότερο οδυνηρό για σένα, όχι όμως για να ματαιωθεί. Σου λένε πως δεν έχουν λεφτά για το πετρέλαιο στο σχολείο του παιδιού και «να το ντύνεις καλύτερα» γιατί αναμένεται δύσκολος χειμώνας. Σου λένε πως το νοσοκομείο θα «συγχωνευτεί» λόγω περικοπών δαπανών, επειδή λέει δεν είναι παραγωγικό. (αλήθεια τι πρέπει να παράγει ένα νοσοκομείο;) Σου λένε πως αν διαμαρτυρηθείς προσβάλλεις την εθνική προσπάθεια, αψηφάς τις θυσίες του λαού, δεν αντιλαμβάνεσαι την οριακή κατάσταση. Δεν είσαι σε θέση να κάνεις θυσίες. Και αναρωτιέσαι ακόμα: μήπως έχουν δίκιο;
Και σου βγαίνει τότε ένα τεράστιο ΟΧΙ, μεγαλύτερο από αυτό της 28ης Οκτωβρίου. Ένα μεγάλο ΟΧΙ που όμως δεν τολμάς να ξεστομίσεις. Ένα μεγάλο ΟΧΙ για το οποίο όμως δεν είσαι σε θέση να αγωνιστείς όπως εκείνοι. Δε θες να ξεβολευτείς. Άσε κι έπιασε και χειμώνας και πού να τρέχουμε στους δρόμους. Μην το φωνάζεις πολύ αυτό το ΟΧΙ, γιατί θα σε πούνε γραφικό. Κι αυτό το θυμό που σε σφίγγει στο λαιμό πνίξτον. Μην τον αφήσεις να το βγάλει αυτό το μεγάλο ΟΧΙ. Γιατί βλέπεις ο δικός σου καναπές είναι πιο βαρύς από τα νιάτα εκείνων. Η τηλεόραση, το πλυντήριο, το ωραίο σπίτι, το σύγχρονο αυτοκίνητο, ο υπολογιστής, η «ποιότητα» ζωής, τα καταναλωτικά αγαθά που απολαμβάνεις, ακόμα κι αν τα περιορίζεις λίγο λόγω της περιβόητης κρίσης, είναι πολύ βαριά. Πιο βαριά από τα δικά τους νιάτα. Εκείνοι δεν είχαν και πολλά να χάσουν. Εσύ έχεις περισσότερα και ακριβότερα από τη ζωή, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τον αυτοπροσδιορισμό. Εντάξει τώρα, ηρέμησες. Το κοίμησες το ΟΧΙ σου. Καληνύχτα. Πριν πας για ύπνο μην ξεχάσεις να πλύνεις τα δόντια σου. Και πας. Και κοιτιέσαι στον καθρέφτη κι αναρωτιέσαι: Δεν ντρέπεσαι;
Ο Χ Ι





Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Για τη γιαγιά χαλάλ.

Εδώ και δέκα μέρες, επισκέπτομαι μια συγγένισσά μου στο νοσοκομείο (άθλιο κατά τα άλλα, με εξαίρετους όμως επιστήμονες που κάνουν θαύματα, εις πείσμα των καιρών και των συνθηκών). Κι εκεί, στο θάλαμο με τα 12 κρεβάτια (προσθέστε τους συνοδούς των ασθενών και τους επισκέπτες και τη φτιάξατε την πολιτική συγκέντρωση, μέρες που είναι…), το άπειρο πλήθος και τα απειρότερα μικρόβια, έζησα μοναδικά συγκλονιστικές στιγμές.
Σε διπλανό κρεβάτι λοιπόν, καθιστή και μαζεμένη κουβαράκι, μια γιαγιά, απ’ τις πιο γλυκιές φατσούλες, που μπορείτε να φανταστείτε, απροσδιορίστου ηλικίας, με μαντήλα και δίπλα της μια κυρία, επίσης με μαντήλα. «Τουρκάλες, σκέφτηκα, της Θράκης». Εντάξει μου ξέφυγε, μουσουλμάνες εννοούσα. (Μην ξεχνάμε και το politically correct). Η γιαγιά καταζεματισμένη, σαν μωρό που το έπιασαν να κλέβει το γλυκό, μαζεμένη κουβάρι, περίμενε το γιο και τον εγγονό να την πάρουν να φύγει. Έλα όμως που δεν είχε δώσει εντολές αποθεραπείας ακόμα ο γιατρός. Έρχονται λοιπόν οι προαναφερόμενοι σε κουστωδία κι η γιαγιά μαζεύεται ακόμα πιο πολύ, θαρρούσες και πάλευε να χαθεί στα στρωσίδια. Ο γιατρός: ένα ψηλό παλικάρι, ευσυνείδητο με ευγενική φυσιογνωμία, που φαινόταν από εκείνους τους ανθρώπους που γεννήθηκαν για να υπηρετούν τον άνθρωπο (έναν τέτοιο αποκαλούσε η δική μου η γιαγιά «γιατρουδάαακι μου» τραβώντας λιγωμένη το ααα, εκφράζοντας το θαυμασμό και την αγάπη της), πήρε το αυστηρό του το ύφος, ενώ ολοφάνερα σφιγγόταν να μη γελάσει. «Λοιπόν, γιαγιά, είπαμε, αυστηρή δίαιτα για δύο μήνες. Όχι πικάντικα, όχι λιπαρά, όχι τηγανητά, όχι γλυκά. Εντάξει; Και σε δύο μήνες θα ξανάρθετε να σας δούμε. Εντάξει;» «Πέστα γιατρέ, διέκοψε ανήσυχος ο εγγονός, πέστα. Τρώει κρυφά, δεν ακούει κανέναν»
Τότε ήταν που αναδεύτηκε το κουβαράκι και θαρρετά  ρώτησε με αγωνία: «Και τι θα τρώω; Νηστικιά θα μένω; Θα βγει η ψυχή μου μια ώρα νωρίτερα» (98 χρονών η γιαγιά κι όπως καταλαβαίνετε ξεκαρδίστηκαν οι πάντες στο θάλαμο, κι ο γιατρός μαζί απ’ τα γέλια, λόγω του νωρίτερα).
Εμ δίκιο έχει γιατρουδάακι μου η γιαγιά. Θα τη στείλετε τη μάνα την Τούρκα ή τη μάνα τη Γκρέκα ή όπως αλλιώς θέλετε πέστε την. Μια ώρα αρχύτερα θα τη στείλετε αν δε φάει τα κεμπάπια της, τα βουτυράτα πιλάφια της, τους βαρυσιροπιασμένους μπακλαβάδες, τις ανατολίτικες λιχουδιές της, τα πικάντικα, τα μυρωδάτα. Κι ας πάει στην ευχή η χοληστερίνη και το ζάχαρο. Θύμωσε η γιαγιά, αλλά δεν είπε τίποτε άλλο.
Έκανε να τη βοηθήσει να σηκωθεί ο εγγονός, μα τα κατάφερε μόνη της. Κι ενώ προσπάθησε να την υποβαστάξει εκείνη τον έσπρωξε μαλακά και γύρισε ένα ένα τα κρεβάτια να χαιρετήσει. Εκεί να δείτε σκηνές απείρου κάλλους. Η γιαγιά… «την υεία σας να προσέχετε. Σαν την υεία δεν έχει. Περαστικά. Ο Θεός να σας κάνει καλά και να με θυμάστε κι εμένα.» (κι αλήθεια ποιον θεό εννοούσε η γιαγιά η μουσουλμάνα; μήπως τον έναν, το μοναδικό, αυτόν που νιώθουν πάντα δίπλα τους οι άνθρωποι, στον πόνο, την αγωνία και την αρρώστια, πέρα από θρησκείες, φυλές ή εθνότητες;) Κι όλους να τους αγκαλιάζει, κι όλους να τους εύχεται. Κι όλοι να την αγκαλιάζουν, κι όλοι να της φιλούν βουρκωμένοι τα χέρια και να εύχονται περαστικά.
Ελάτε κύριοι διπλωμάτες και πολιτικοί να δείτε τι σημαίνει αδελφοσύνη των λαών και ελληνοτουρκική φιλία και συνύπαρξη. Και να βράσω (για να μην πω τίποτε χειρότερο) την πολιτική και τη διπλωματία σας. Τις αγωνίες των ανθρώπων νιώστε και θα καταλάβετε, των καθημερινών ανθρώπων, όχι τις δικές σας, τις δήθεν.
Αφού τέλειωσε η γιαγιά κι ευχήθηκε όλους, κοίταξε αυστηρά τη νύφη (δεν αλλάζουν παιδί μου οι πεθερές οι παραδοσιακές, απ’ όπου και να είναι) «το δέμα πού είναι;». Της έδωσε το δέμα η μαντηλοφορεμένη νύφη. «Ιατρέ, τούτο το λαό (ένα θεματάκι με το γ, το είχε η γιαγιά, λαγός ήταν) να τον φάτε στην υεία μου, μαζί με τους άλλους ιατρούς και να πείτε χαλάλ. Ο υιος μου τον έπιασε, είναι κυνηός. Κι αυτό το κρασί να το πιείτε στην υεία μου.» Κι έβγαλε μια νταμιτζάνα πεντάκιλη, βαθυκόκκινο κρασί, αιμάτινο σχεδόν. Ζεματίστηκε το γιατρουδάκι. Κατακοκκίνησε.
Πάρ΄τον Ιατρέ μου (με κεφαλαίο, όχι όπως το γ της γιαγιάς) το λαγό και το κρασί. Και να τον φάτε όλοι οι Ιατροί στην υεία της γιαγιάς της τουρκάλας, της λιχούδας. Και να πείτε χαλάλ. Αυτό φακελάκι δεν είναι. Το ακριβότερο δώρο είναι, γιατί είναι δώρο ψυχής. Και δε μετριέται σε νομίσματα, μόνο σε αισθήματα εκτίμησης και σεβασμού. Γιατί μείνατε πολύ λίγοι οι Ιατροί. Κι είναι πολλοί οι άνθρωποι που αγωνιούν να σας βρουν μπροστά τους και δίπλα τους στην αρρώστια τους, πάρα πολλοί. Και χαλάλι σας ο λαγός. Χίλιες φορές χαλάλι.

Έτσι είναι κυρά μου...

Έτσι είναι κυρά μου… δεν μπορείς να ξεκινάς κάτι και μετά να το αφήνεις. Ανέλαβες μια υποχρέωση ακόμα, επειδή το ήθελες. Τώρα λούσου την. Κι αν δεν έχεις τι να γράψεις; Κι αν δεν έχεις τι να πεις; Πώς μπορείς να κρατήσεις μέσα σου αυτά που σε πνίγουν στο όνομα του politically correct στις αναρτήσεις σου; Μην κακοκαρδίσεις κανέναν… Μη σε καταλάβουν. Μην πουν… Μήπως δεν είσαι «good enough»…
Αλλά αυτό δεν το ξεκίνησες για να λες αυτά που σε πνίγουν; Τώρα γιατί διστάζεις; Άλλωστε τι σε νοιάζει; Εσύ να τα πεις δε θες; Να τα βγάλεις από μέσα σου; Και τα καλά και τα άσχημα. Κι είναι πάρα πολλά και τα μεν και τα … δεν.
Ιστοριών εκκίνησις…    φύγαμε. 
Και συγχωρήστε με καλοί μου φίλοι που άργησα τόσο πολύ. Αν σας πω δικαιολογίες, μην τις πιστέψετε. Άλλωστε τις σιχαίνομαι και γι’ αυτό τις αποφεύγω.
Όσο για τους γήινους και τους προσγειωμένους, εύχομαι να καταφέρω να τους απογειώσω, εδώ που αιθεροβατώ. 
Ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλωσορίσματα, είναι εξόχως ενθαρρυντικά.