Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Φθινοπώριασε

Φύσηξε . . . Ένας δυνατός αέρας, Βαρδάρης. Κι άλλαξε βρε παιδί μου όλη η πόλη κι ο ουρανός κι η θάλασσα. Άλλαξε κι η διάθεσή σου. Εκεί που ιδρωκοπούσες και αγκομαχούσες και δεν μπορούσες να πάρεις ανάσα απ’ τη ζέστη και την υγρασία κι ένιωθες τα πόδια σου κομμένα… ξαφνικά φύσηξε. Κι ένιωσες μια ψυχρούλα ευχάριστη που σου φέρνει ανατριχίλα, αλλά δε σε κρυώνει ακόμα. Και το σύννεφο που σκεπάζει την πόλη –αυτό το καφεκίτρινο, που λες θα μας πνίξει, ενώ μας πνίγει ήδη – έφυγε κι αυτό. Άλλαξε χρώμα ο ουρανός: πήρε ένα βαθύ γαλάζιο που γεμίζει τα μάτια σου και δε χορταίνεις να το κοιτάς. Κάτασπρα μικρά σύννεφα κυνηγιούνται γρήγορα και τρέχουν, λες και θέλουν να προλάβουν κάτι. Η θάλασσα σκούρυνε και ταράχτηκε, γέμισε «προβατάκια». Ο Θερμαϊκός λες και στένεψε κι ήρθε πιο κοντά ο Όλυμπος. Ξανάρθε φθινόπωρο. Και χαίρεσαι γιατί είχε χρόνια να ‘ρθει. Το είχες ξεχάσει. Από το καλοκαίρι περνούσαμε στο χειμώνα ξαφνικά. Η κλιματική αλλαγή βλέπεις αφάνισε την αγαπημένη σου εποχή.
Αλλά φέτος ξανάρθε. Αυτό από μόνο του σου φτιάχνει τη διάθεση. Πάντα χαίρεσαι το φθινόπωρο, την εποχή των ξεκινημάτων, των γενεθλίων, των ουράνιων τόξων. Έχεις προσέξει πως το φθινόπωρο έχει τα πιο πολλά ουράνια τόξα; Δε σε νοιάζει γιατί. Σ’ αρέσει μόνο μετά τη βροχή να τα κοιτάς και συνδυασμένες με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος να ξυπνούν μέσα σου παιδικές μνήμες: «τι έχει μαμά στην άλλη άκρη του ουράνιου τόξου;» και θυμάσαι τα παραμύθια με τις νεράϊδες και τα ξωτικά.
Και ξεχνάς πολλά πράγματα που σε θλίβουν. Ξεχνάς πως και φέτος θα μεγαλώσεις άλλη μια χρονιά κι άρχισαν να μαζεύονται πολλές. … Σε βαραίνουν. Ξεχνάς πως μετά το φθινόπωρο, έρχεται χειμώνας και πετρέλαιο και κοινόχρηστα και άστα να πάνε. Ξεχνάς την κρίση, τα μέτρα, την ανασφάλεια για το αύριο, το μεγάλο θυμό που κάποιες στιγμές σου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι και νιώθεις πως θα εκραγείς. Ξεχνάς τη βλακεία, την ανικανότητα και την αγένεια, που συναντάς κάθε μέρα, τον ανταγωνισμό, τη μικροπρέπεια, τις κακίες, την εκμετάλλευση, την ανισότητα, το βόλεμα. Ξεχνάς τη μόλυνση, το μποτιλιάρισμα, το άγχος και τα νεύρα.
Όχι δεν εξαφανίστηκαν. Εκεί είναι κι εκεί θα είναι και αύριο, γιατί δεν έκανες τίποτε για να φύγουν. Αλλά εσύ τα ξέχασες. Σε βολεύει να τα ξεχνάς. Σε βοηθά να στέκεσαι όρθιος και να συνεχίζεις. Τώρα τουλάχιστον έχεις άλλοθι που τα ξέχασες. Βλέπεις… φύσηξε.
Και εξίσου βολικά θυμήθηκες εκείνη τη γλυκιά μελωδία που μιλά για έναν υπέροχο κόσμο, που πάντα σε γαληνεύει, μαζί με το πλατύ χαμόγελο του μαύρου κυρίου που το τραγουδά και που πάντα το ένιωθες οικείο.
Κι όλα αυτά έγιναν μονάχα γιατί . . . φύσηξε. Καλό φθινόπωρο λοιπόν. Μείνε στη λήθη σου. Κι όταν τα θυμηθείς όλα ξανά, τα λέμε.




3 σχόλια:

  1. καλώς όρισες
    από έναν κάπως παλιό blogger...

    αν θυμάσαι τον διάλογο, στο έργο
    "Δεσποινίς Διευθυντής !"

    -Καρέζη : ποιός είσαστε ;
    -Αλεξανδράκης : ο παλιός !
    -Καρέζη : ποιός παλιός ;
    -Αλεξανδράκης : ο Αλέκος !
    -Καρέζη : ααα ! ο παλιοΑλέκος !

    έτσι κάπως...
    καλώς όρισες
    στην γη computerata,
    από τον παλιοΑλέκο

    :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ για το καλωσόρισμα, έστω και καθυστερημένα. Και για να σου απαντήσω με ατάκες της ίδιας ταινίας: Ευχαριστώ Αλεκούκο.:D

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κι από μένα ένα καλωσόρισμα. Για να σε πιέσω μάλλον να γράφεις. Θα ερχόμαστε για ψυχανάλυση εδώ εμείς οι πιο γήινοι, οι πιο προσγειωμένοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή